Συχνές Ερωτήσεις

Με την υποβολή της αίτησής σας καταβάλλετε €20 διοικητικά έξοδα στο Κέντρο. Υπάρχουν επίσης χρεώσεις ανάλογα με τη μέθοδο επίλυσης διαφορών που επιλέξατε. Για Συμβιβασμό ή Διαμεσολάβηση, πληρώνετε το 20% με μέγιστο ποσό αυτό των €800. Ο έμπορος πληρώνει το 80%.

Θα σας ενημερώσουμε για τη χρέωση αφού επιλέξουμε ή επιλέξετε τον ειδικό ή τη μέθοδο επίλυσης.

Το Κυπριακό Κέντρο για την Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών προβλέπει για τρεις διαφορετικές μεθόδους επίλυσης διαφορών.

Το Κυπριακό Κέντρο για την Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών προβλέπει για τρεις διαφορετικές μεθόδους επίλυσης διαφορών.

  1. Η Διαιτησία είναι διαδικασία που είναι παρόμοια με τη δικαστική διαδικασία καθώς υπάρχει ένας τρίτος που ονομάζεται “Διαιτητής” ο οποίος αποφασίζει για τη διαφορά. Η διαιτησία είναι καταλληλότερη όταν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς είναι υψηλή και όταν η υπόθεση είναι περίπλοκη, καθώς πρόκειται για διαδικασία διαπίστωσης γεγονότων όπου ο διαιτητής προσπαθεί να προσδιορίσει ποιος έχει δίκαιο και ποιος άδικο σε σχέση με τη διαφορά. Στη συνέχεια, ο διαιτητής εκδίδει απόφαση δεσμευτική για τα μέρη και μπορεί να εγγραφεί ως δικαστική απόφαση. Επειδή αυτή η διαδικασία είναι καταλληλότερη για διαφορές με υψηλή αξία, η Διαιτησία είναι συνήθως πιο δαπανηρή από τη Διαμεσολάβηση ή το Συμβιβασμό.
  2. Η Διαμεσολάβηση είναι διαδικασία επίλυσης διαφορών όπου ένα τρίτο μέρος που ονομάζεται “Διαμεσολαβητής” βοηθά τα μέρη στην επίλυση της διαφοράς τους. Τα μέρη κάθονται μαζί με τον διαμεσολαβητή και βρίσκουν κοινά σημεία διαπραγμάτευσης με στόχο να επιλύσουν τη διαφορά τους ενώ ο διαμεσολαβητής τους βοηθά να βρουν το καλύτερο από κοινού αποτέλεσμα χωρίς ωστόσο να υποδείξουν ποιο θα έπρεπε να είναι. Στο τέλος της διαδικασίας διαμεσολάβησης, τα μέρη μπορούν να υπογράψουν δεσμευτική συμφωνία μεταξύ τους – αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο. Αυτή η μέθοδος επίλυσης διαφορών είναι καταλληλότερη για μικρές αξιώσεις και όχι για περίπλοκες διαφορές. Στο Κυπριακό Κέντρο για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών, στοχεύουμε στην επίλυση της διαφοράς σας μέσα σε μία και μόνο συνάντηση.
  3. Η Συμφιλίωση είναι πολύ παρόμοια με τη διαμεσολάβηση, εκτός από το γεγονός ότι ο Συμφιλιωτής είναι συνήθως ειδικός στον τομέα για τον οποίο διορίζεται. Για το λόγο αυτό προτείνει πιθανά αποτελέσματα και λύσεις (ενώ ο Διαμεσολαβητής όχι).Επιπλέον, ο Συμφιλιωτής παρέχει στα μέρη πρόταση διευθέτησης για ό,τι πιστεύει ότι θα ήταν καλύτερο για τα μέρη, ενώ ο διαμεσολαβητής γενικά απέχει από την υποβολή πρότασης αλλά ετοιμάζει συμφωνία βάσει των όσων έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών.

Βοηθούμε τα μέρη να επιλέξουν τη βέλτιστη διαδικασία επίλυσης διαφορών για αυτούς. Μετά, θα ορίσουμε τον ειδικό για τα Μέρη από τη βάση δεδομένων μας ή θα αφήσουμε τα μέρη να επιλέξουν κάποιον από λίστα ειδικών.

The price for a conciliation or mediation is the same whilst for arbitration the fees are slightly more.

You can find the prices for each procedure under the relevant procedure of our ADR-Services section by clicking here.

Αποτελεί νομική προϋπόθεση ότι το αποτέλεσμα της διαδικασίας ΕΕΔ το αναφέρουμε στα μέρη εντός περιόδου 90 ημερολογιακών ημερών από την ημέρα που λάβαμε τον πλήρη φάκελο της υπόθεσης. Μην ανησυχείτε, θα προσπαθήσουμε να σας απαντήσουμε νωρίτερα.

Στην περίπτωση πολύπλοκων διαφορών, δυνατόν να παρατείνουμε την περίοδο των 90 ημερολογιακών ημερών. Ωστόσο, θα ενημερωθείτε για οποιαδήποτε παράταση της περιόδου αυτής και για το αναμενόμενο χρονικό διάστημα που θα χρειαστεί για την επίλυση της διαφοράς.

Όταν ένας έμπορος είναι μέλος του Κυπριακού Κέντρου για την Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών, δεσμεύεται από τους όρους και τις προϋποθέσεις του Κέντρου. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι έμποροι θα πρέπει να αποδεχθούν τη μέθοδο επίλυσης διαφορών που επέλεξε ο καταναλωτής (και το Κέντρο). Σε περίπτωση που ο έμπορος δεν είναι μέλος του Κέντρου, τότε μπορεί να δεχτεί το αίτημα του καταναλωτή για επίλυση διαφορών ή μπορεί να το απορρίψει εντελώς. Σε περίπτωση που το απορρίψει, τότε η καλύτερη επιλογή σας είναι να κινηθείτε δικαστικά εναντίον του εμπόρου.

Ένας έμπορος που είναι μέλος του Κυπριακού Κέντρου για την Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών πρέπει να προχωρήσει με μέθοδο επίλυσης διαφορών που προσφέρει το Κέντρο.

Σε περίπτωση που ο έμπορος δεν είναι μέλος, έχει το δικαίωμα να απορρίψει την αίτησή σας για ΕΕΔ.

Υπάρχουν τρείς διαδικασίες: Διαιτησία, Συμφιλίωση και Διαμεσολάβηση.

Η απόφαση για την έναρξη διαιτησίας είναι δεσμευτική. Επιπλέον, η απόφαση που εκδίδεται από τον διαιτητή είναι δεσμευτική και για τα δύο μέρη.

Οι μέθοδοι της Συμφιλίωσης και Διαμεσολάβησης δεν είναι δεσμευτικές και μπορείς να αποχωρήσεις οποτεδήποτε. Η Συμφιλίωση και Διαμεσολάβηση μπορούν να γίνουν δεσμευτικές μόνο αν εσείς και ο έμπορος υπογράψετε συμφωνία.

Λειτουργούμε υπό αυστηρούς κανόνες ποιότητας και η λειτουργία μας διέπεται από το Νόμο και ελέγχεται από την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή. Δεν εξετάζουμε εμείς τη διαφορά, αλλά διορίζουμε ειδικούς ΕΕΔ που πρέπει να είναι ανεξάρτητοι, να μην έχουν καμία σύγκρουση συμφερόντων, και θα πρέπει να καταλήγουν σε απόφαση με δίκαιο, αμερόληπτο και ανεξάρτητο τρόπο.

Ρολος του διαμεσολαβητη στην κυπρο

Ο διαμεσολαβητής στην Κύπρο (και γενικότερα οπουδήποτε στον κόσμο) λειτουργεί ως σύνδεσμος μεταξύ δύο προσώπων που βρίσκονται σε σύγκρουση, βοηθώντας τους να επιλύσουν τις διαφορές τους με δίκαιο, αμερόληπτο και ουδέτερο τρόπο. Το έργο του διαμεσολαβητή είναι ζωτικής σημασίας, καθώς βοηθά τα δύο αντίπαλα μέρη να καταλήξουν σε φιλική συμφωνία χωρίς την ανάγκη χρονοβόρων και δαπανηρών δικαστικών διαδικασιών.

Οι τυπικές διαφορές που μπορεί να επιλύσει ένας διαμεσολαβητής στην Κύπρο είναι εκείνες μεταξύ εργοδότη-εργοδοτουμένου, καταναλωτή-εμπόρου, ενοικιαστή-ιδιοκτήτη, καθώς και επιχειρηματικές διαφορές.

Αποτελεί έργο του διαμεσολαβητή να προσπαθήσει να καταλήξει στο ιδανικό αποτέλεσμα για τα δύο μέρη το οποίο πρέπει να είναι δίκαιο και να αφήνει και τις δύο πλευρές ευχαριστημένες. Ο διαμεσολαβητής με σκοπό να καταλήξει σε τέτοιο αποτέλεσμα συνήθως:

Κάνει ερωτήσεις για να συγκεντρώσει πληροφορίες από τα μέρη

Προσδιορίζει το ιδανικό αποτέλεσμα για το κάθε μέρος.

Προσπαθεί να βάλει το ένα μέρος στη θέση του άλλου μέρους με σκοπό να υπάρξει κατανόηση της άλλης πλευράς.

Προτείνει λειτουργικούς και δίκαιους τρόπους επίλυσης του προβλήματος.

Παρέχει γραπτή περίληψη των θεμάτων τα οποία έχουν συμφωνηθεί.

Ζητά συνάντηση με τα μέρη (στις συναντήσεις ενώπιον του διαμεσολαβητή δυνατόν να είναι παρόντες και οι δικηγόροι των μερών) για να διαγνώσει τα ζητήματα που δημιουργούν τη διαφορά.

Ένας διαμεσολαβητής στην Κύπρο έχει τα ακόλουθα καθήκοντα με βάση το Νόμο:

Να ασκεί τα καθήκοντα του με επιμέλεια, ανεξαρτησία και αμεροληψία, κατά τρόπο κατάλληλο και αποτελεσματικό, ανεξαρτήτως της ιδιότητας ή του επαγγέλματος του και ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο ορίστηκε ή ανέλαβε να διεξαγάγει την εν λόγω διαμεσολάβηση και δεν υπόκειται στον έλεγχο ούτε ακολουθεί τις οδηγίες οποιουδήποτε προσώπου ή αρχής.

Οφείλει έγκαιρα και πριν αποδεχτεί το διορισμό του ή αμέσως μόλις διαφανεί η σύγκρουση συμφέροντος ή το άλλο συμφέρον, να δηλώνει εγγράφως οποιαδήποτε σύγκρουση συμφέροντος ή οποιοδήποτε περιστατικό ή οικονομικό ή άλλο συμφέρον το οποίο ενδέχεται να επηρεάσει ή να δώσει την εντύπωση ότι επηρεάζει την ανεξαρτησία του και αρνείται τον διορισμό του ή παραιτείται από διαμεσολαβητής, ανάλογα με την περίπτωση, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν ρητά ότι είναι σε θέση να διεξαγάγει την διαμεσολάβηση.

Βεβαιώνεται ότι τα μέρη αντιλαμβάνονται τη φύση της διαδικασίας διαμεσολάβησης και το ρόλο του διαμεσολαβητή και των μερών.

Διασφαλίζει ότι τα μέρη έχουν ίσες ευκαιρίες συμμετοχής στη διαδικασία.

Σε περίπτωση όπου του ζητηθεί, παρέχει στα μέρη πληροφορίες σχετικά με το επαγγελματικό του υπόβαθρο, την εκπαίδευση και την εμπειρία του στον τομέα της διαμεσολάβησης.

Δεν επιβάλλει συγκεκριμένη επίλυση της διαφοράς, δύναται όμως, κατά την κρίση του και με σκοπό να διευκολύνει τη φιλική διευθέτηση της διαφοράς, να υποβάλλει εισηγήσεις οι οποίες δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα.

Καθοδηγείται από τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Δεοντολογίας για τους Διαμεσολαβητές.

Οι διαμεσολαβητές του Cyprus Center for ADR εξειδικεύονται στη διαμεσολάβηση και διαθέτουν τεχνογνωσία και εκπαίδευση σε εμπορικές, αστικές και καταναλωτικές διαφορές, προσφέροντας την εμπειρία και την εξειδίκευσή τους. Ως Κέντρο, έχουμε αναλάβει διαμεσολαβήσεις με μεγάλες χρηματοοικονομικές εταιρείες, καθώς και διαδικτυακή διαμεσολάβηση μέσω της πλατφόρμας Ηλεκτρονικής Επίλυσης Διαφορών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα προγράμματα διαμεσολάβησης του Κέντρου έχουν εγκριθεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και διαρκούν 40 ώρες ή 24 ώρες. Οι ημέρες διεξαγωγής τους είναι Παρασκευή (απόγευμα), Σάββατο και Κυριακή για δύο Σαββατοκύριακα για το πρόγραμμα των 40 ωρών, ενώ για το πρόγραμμα των 24 ωρών τα μαθήματα πραγματοποιούνται Σάββατο και Κυριακή για δύο Σαββατοκύριακα. Τα μαθήματα πραγματοποιούνται σε ξενοδοχείο και περιλαμβάνουν γεύματα, διαλείμματα καφέ και σνακ, καθώς και εκπαιδευτικό υλικό διαμεσολάβησης.

Τα προγράμματα διαμεσολάβησης περιλαμβάνουν σενάρια από την πραγματική ζωή με κατανομή ρόλων για την καλύτερη εκπαίδευση του διαμεσολαβητή στην Κύπρο.

Γενικά, ένας διαμεσολαβητής δεν χρειάζεται ειδικά προσόντα για να καταστεί διαμεσολαβητής, ωστόσο κάποια εμπειρία σε συναφή τομέα, όπως το δίκαιο, η ψυχολογία ή η συμβουλευτική, μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση των προγραμμάτων διαμεσολάβησης και στην επιτυχία μιας διαμεσολάβησης. Οι πιστοποιήσεις διαμεσολάβησης του Cyprus Center for ADR παρέχονται μετά από 40 ώρες εκπαίδευσης και σας επιτρέπουν να εγγραφείτε στο Μητρώο Διαμεσολαβητών του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα διαμεσολάβησης που προσφέρουμε και τις ημερομηνίες διεξαγωγής του, επικοινωνήστε μαζί μας στο secretariat@adr.com.cy, στο 22519741 ή μέσω της φόρμας εκδήλωσης ενδιαφέροντος.

Πλεονεκτηματα της διαμεσολαβησης εναντι της δικαστηριακης επιλυσης διαφορων

Η διαμεσολάβηση είναι μια εκούσια διαδικασία, δηλαδή μια διαδικασία στην οποία τα μέρη συμμετέχουν με τη θέλησή τους, με καλή διάθεση για επίλυση του/των ζητήματος/ζητημάτων.

Η διαμεσολάβηση δεν αποτελεί δικαστική ή διαιτητική διαδικασία και, ως εκ τούτου, μια πιθανή λύση δεν επιβάλλεται στα μέρη από ανεξάρτητη αρχή ή τρίτο πρόσωπο, αλλά μπορεί να βρεθεί από τα ίδια τα μέρη και να ισχύσει μόνο κατόπιν συμφωνίας.

Οποιαδήποτε επίλυση του/των ζητήματος/ζητημάτων μπορεί να έχει πρακτικό χαρακτήρα και όχι απαραίτητα νομικό, δηλαδή δεν απαιτείται να ακολουθεί τη νομοθεσία ή τις συνήθεις εμπορικές πρακτικές που εφαρμόζονται σε δικαστικές διαδικασίες, εφόσον φυσικά η λύση δεν είναι παράνομη, αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή το δημόσιο συμφέρον.

Ο διαμεσολαβητής δεν ασκεί καθήκοντα δικαστή ή διαιτητή, δεν επιβάλλει απόφαση και δεν ακολουθεί νομικές ή άλλες αρχές. Διευκολύνει τη διαδικασία και ενθαρρύνει τα μέρη να καταλήξουν σε λύση.

Η διαδικασία της διαμεσολάβησης είναι εμπιστευτική σε όλα τα στάδια (σε αντίθεση με τη δικαστική διαδικασία) και, ως εκ τούτου, οποιεσδήποτε συζητήσεις και εισηγήσεις γίνουν κατά τη διάρκειά της δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μεταγενέστερες διαδικασίες (άλλη διαμεσολάβηση, δικαστική ή διαιτητική διαδικασία).

Η διαδικασία είναι ταχύτερη, οικονομικότερη και πιο ευέλικτη για τα μέρη σε σύγκριση με τη δικαστική διαδικασία, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη την κυπριακή πραγματικότητα.

Τα μέρη μπορούν να διακόψουν τη διαδικασία και να αποχωρήσουν οποιαδήποτε στιγμή χωρίς να χρειάζεται να δώσουν εξηγήσεις και χωρίς να υφίστανται αρνητικές συνέπειες.

Η όλη διαδικασία λαμβάνει χώρα σε ένα άνετο και φιλικό περιβάλλον και όχι σε δικαστικές αίθουσες.

Καταβάλλεται ενεργή προσπάθεια για τη δημιουργία φιλικού κλίματος και τη χρήση φιλικής συμπεριφοράς, ώστε να μην υπάρχει αντιπαλότητα ή εμφανής σύγκρουση μεταξύ των μερών και των δικηγόρων τους.

Κάθε μέρος αναλαμβάνει τα δικά του έξοδα. Δεν υπάρχει επίσης υποχρέωση εκπροσώπησης από δικηγόρο και, ως εκ τούτου, οποιοδήποτε μέρος δεν έχει την οικονομική δυνατότητα μπορεί να περιορίσει τα έξοδά του μόνο στην αμοιβή του διαμεσολαβητή.

Μια συμφωνία διαμεσολάβησης είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί, εκτός εάν βασίζεται σε παραπλανητικές πληροφορίες, απάτη ή εξαναγκασμό.

Βασικά χαρακτηριστικά και στάδια διαμεσολάβησης


Η διαμεσολάβηση είναι μια εναλλακτική, δομημένη διαδικασία επίλυσης διαφορών μεταξύ των μερών, με τη βοήθεια ενός ανεξάρτητου τρίτου προσώπου, ο οποίος διευκολύνει τη διαδικασία και ενθαρρύνει τα μέρη (χωρίς να τους επιβάλλει ή να τα επηρεάζει) να βρουν μια πρακτική λύση στο/στα ζήτημα/ζητήματα για την επίλυση των διαφορών τους. Επομένως:

Βασικά χαρακτηριστικά διαμεσολάβησης

Διαμεσολάβηση

Η διαμεσολάβηση αποτελεί διαδικασία εναλλακτικής της δικαστηριακής και διαιτητικής διαδικασίας.

Είναι μια διαδικασία εκούσια,

δηλαδή μια διαδικασία στην οποία τα μέρη εισέρχονται με τη θέληση τους, έχοντας την καλή διάθεση να επιλύσουν το πρόβλημα.

Η εξεύρεση λύσης

δεν είναι υποχρέωση ή υποχρεωτική.

Ο διαμεσολαβητής δεν είναι δικαστής

και επομένως δεν επιβάλλει οποιαδήποτε λύση. Διευκολύνει τη διαδικασία και ενθαρρύνει την εξεύρεση από τα ίδια τα μέρη μιας λύσης στο ζήτημα.

Η όποια επίλυση ζητημάτων μέσω διαμεσολάβησης

η οποία υπογράφεται από όλα τα μέρη (πρακτικό) μπορεί να εκτελεστεί.

Η διαδικασία της διαμεσολάβησης είναι εμπιστευτική σε όλα της τα στάδια

(σε αντίθεση με τη δικαστική) και επομένως οι όποιες συζητήσεις και εισηγήσεις ειπωθούν κατά τη διάρκεια της δεν μπορούν να προσκομιστούν σε οποιαδήποτε επόμενη διαδικασία (άλλη διαμεσολάβηση, δικαστική ή διαιτητική) εκτός εάν αποτελούν μέρος της τελικής επίλυσης του ζητήματος το πρακτικό του οποίου δύναται να αποτελέσει και αντικείμενο εκτέλεσης.

Σε αντίθεση με άλλες διαδικασίες,

η διαμεσολάβηση προϋποθέτει την αυτοπρόσωπη παράσταση του μέρους (εκτός εάν είναι εταιρεία ή σύνολο προσώπων).

Η όποια επίλυση ζητημάτων μέσω διαμεσολάβησης

η οποία υπογράφεται από όλα τα μέρη (πρακτικό) μπορεί να εκτελεστεί.

Η διαδικασία της διαμεσολάβησης είναι εμπιστευτική σε όλα της τα στάδια

(σε αντίθεση με τη δικαστική) και επομένως οι όποιες συζητήσεις και εισηγήσεις ειπωθούν κατά τη διάρκεια της δεν μπορούν να προσκομιστούν σε οποιαδήποτε επόμενη διαδικασία (άλλη διαμεσολάβηση, δικαστική ή διαιτητική) εκτός εάν αποτελούν μέρος της τελικής επίλυσης του ζητήματος το πρακτικό του οποίου δύναται να αποτελέσει και αντικείμενο εκτέλεσης.

Βασικά στάδια διαμεσολάβησης

Προετοιμασία:

Στο στάδιο της προετοιμασίας γίνεται ο έλεγχος του κατά πόσον υπάρχει οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων του διαμεσολαβητή με τα μέρη ( ή σε κάποιες περιπτώσεις με τους δικηγόρους αυτών). Εάν δεν υπάρχει, ο διαμεσολαβητής δύναται να αποδεχθεί τον διορισμό του και υπογράφεται η συμφωνία υπαγωγής η οποία αποτελεί και την έναρξη της διαδικασίας. Ακολούθως ο διαμεσολαβητής ζητεί σύντομη ενημέρωση από τα μέρη και επιλαμβάνεται ζητημάτων διεξαγωγής των συνεδριών.

Εναρκτήριες δηλώσεις:

αρχικά από τον διαμεσολαβητή ο οποίος επεξηγεί τη διαμεσολάβηση (και παρουσιάζει την συμφωνία υπαγωγής πλήρως υπογεγραμμένη) και τη διαδικασία αυτής και ακολούθως από καθένα από τα μέρη και τους δικηγόρους αυτών (αν υπάρχει).

Διερεύνηση και Διαπραγμάτευση:

τα στάδια αυτά λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια των ιδιωτικών συνεδριών. Στις πρώτες 2 (συνήθως) ιδιωτικές συνεδρίες με καθένα από τα μέρη δίνεται έμφαση στα γεγονότα και τα συναισθήματα των μερών. Ακολούθως και κατά τις υπόλοιπες ιδιωτικές συνεδρίες ξεκινά το στάδιο της διαπραγμάτευσης βάση του οποίου τα μέρη καλούνται να σκεφτούν τις προτεραιότητες τους και πιθανές λύσεις.

Σε περίπτωση όπου εξευρεθεί λύση

υπάρχει το τελικό στάδιο της συμφωνίας στην οποία ετοιμάζεται το πρακτικό (είτε από τους δικηγόρους των μερών με τα μέρη ή/και με τη συμβολή του διαμεσολαβητή) το οποίο υπογράφεται από όλα τα μέρη.